Η εργατιά

Σατυρικό ποίημα της Παρθένας Τσοχτουρίδου.

Η εργατιά

Οι υπηρεσίες γέμισαν απ’ όλα  τα στελέχη.

Από πτυχία; Μπόλικα!.. Βάλτε ομπρέλα, βρέχει!!!…

Παίρνουν και καθαρίστριες για να τους καθαρίζουν

μα μόνο από καθάρισμα εκείνες δεν γνωρίζουν.

Τις κάνουνε μετάταξη να ψήνουνε καφέδες

να λένε τα φλιτζάνια τους, να κάνουν τους χαφιέδες

σ’ αυτούς που όλα ορίζουνε και κόβουνε και ράβουν

που με μανία κυνηγούν τον λάκκο όλων να σκάβουν.

Έτσι, αναβαθμίζονται! Γίνονται ιδιαιτέρες!

Σηκώνουν τα τηλέφωνα, πετούνε και τις βέρες.

Κόβουνε τις φουστίτσες τους  για να’ ναι σούπερ-μίνι

κι η σχέση με τ’ αφεντικό έρωτας έχει γίνει.

Οι υπηρεσίες έχουνε νομίζω και κλητήρες.

Έγγραφα μεταφέρουνε, λες και κρατάνε λίρες.

Το κάνουνε όμως μια φορά τη μέρα, με στανιό!

Ύστερα γίνονται άφαντοι!.. Το νου τους στο φευγιό!…

Κι αυτοί αναβαθμίζονται!… Γίνονται τεμπελίσκοι!…

Μάταια τους γυρεύουνε!… Έχουνε γίνει ίσκιοι!…

Στην αποθήκη βρίσκονται και ρίχνουνε ροχάλες

τη νύχτα το γλεντούσανε, τους έπιασαν οι ζάλες.

Αν πεις και για τους φύλακες, ένα σωρό! Μιλιούνια!

Στρώνουνε τραπεζώματα, χτυπούνε τα πιρούνια

βλέπουν και τηλεόραση να ψυχαγωγηθούν

οι κλέφτες που τους βλέπουνε, σίγουρα θ’ αγχωθούν.

Έχουν φωτοτυπικό όλες οι υπηρεσίες

υπάρχουν φωτοτύπηδες, κάνουν βιβλιοδεσίες

τις πιο πολλές προσωπικές, για χρήση ατομική

θώρακα, άκρα, τους περνούν όλους αξονική.

Κι έτσι ανακαλύπτονται πολλών λογιών παθήσεις

κι αν τύχει στο μηχάνημα γυναίκα να καθίσεις

ε, τότε, φωτογράφηση της κάτω της κοιλίας

θα γίνει με διάγνωση τυχόν ωορρηξίας.

Όσο για τους διοικητικούς, εκεί γίνεται μύλος

δεν ξεχωρίζεις τι θα πει και τι σημαίνει φίλος

πίσω απ’ την πλάτη τ’ αλλουνού κοιτάνε να καρφώσουν.

ίντριγκες; Ψέματα; Σωρό!… Κοιτούν να σε λασπώσουν!…

Αν πεις και για τους διευθυντές, κοιμούνται όλη μέρα

ξυπνούνε να υπογράψουνε, λένε λόγια τ’ αέρα

ξύνουν μετά τα μπούτια τους, ξύνουνε και τη μύτη

κι ύστερα τα ποδάρια τους κρεμούν στη βιβλιοθήκη.

Βαριούνται!… Τι να κάνουνε; Χασμουρητά τραβάνε!

Αναστενάζουνε βαθιά!… Οι δουλειές τους καλά πάνε!

Νοιώθουνε πλήξη και γι’ αυτό θέλουν να κοιμηθούνε

κλείνουνε τα ματόκλαδα! Ύπνο αυτοί ποθούνε!

Δουλεύει καλά το σύστημα των υπηρεσιών!

Πας, μουσικούλα ακούγεται μέχρι τη διαπασών

σου βάζουνε και τις φωνές να μην τους ενοχλήσεις

ερώτηση, χαρτιά ζητάς;… μη τύχει και… τολμήσεις!

Σ’ ένα μήνα θα σου πουν να πας για να τα πάρεις

κι «άμα σ’ αρέσει» θα σου πουν κι «αν θέλεις» κι «αν γουστάρεις»

θέλουν σωρό υπογραφές, τρέχα να τις μαζέψεις

κι άμα διαμαρτυρηθείς, άντε να τα βολέψεις!

Άσε που σου το παίζουνε «πλην τίμιοι οικοδόμοι»

ακολουθούνε εντολές όπως ορίζουν νόμοι

μόνο για τους πελάτες τους και όχι για τους ίδιους

αν τους ανακαλύψουνε θα ψάλουνε επικήδειους.

Να’ ναι καλά η εργατιά, κείνη που ιδροκοπάει

που εργάζεται σκληρά πολύ, βαριά αγκομαχάει

τη μέρα που ’κανε νυχτιά και τη νυχτιά ημέρα

κείνη που πλήττεται βαριά από ήλιο και αγέρα.

Κείνη είναι που στήριξε και πάντα μας στηρίζει

κείνη είναι που βοηθά, την τσέπη μας γεμίζει.

Ύπνο καλό, αφέντες, καλοί μου διευθυντές,

σεις πάντα θα αναπαύεστε από τις εργατιές.

Αν πεις για τηλεφωνητές, έχουν μεγάλη πλάκα

τον διευθυντή τον θεωρούν ένα μεγάλο βλάκα

παίρνουν τηλεφωνήματα Αθήνα – Αυστραλία

κάνουν συνδέσεις στη νονά, στη μάνα και στη θεία.

Μιλάει ο διευθυντής και μπαίνουν στη γραμμή του

μιλά ο εργαζόμενος μαζί με την καλή του

μπαίνουνε και αυτοί παντού όλα για να τ’ ακούσουν

παντού κουτσομπολεύουνε «τι έκανες» και «που ’σουν».

Αχ, κοινωνία άδικη, που κάνεις εξαιρέσεις

π’ έβγαλες συνδικαλιστές μ’ ένα σωρό αιρέσεις

να μη δουλεύουνε ποτέ κι όμως να πληρωθούνε

κι απ’ την υπηρεσία τους πολλά να καρπωθούνε.

Στήριζε εργατιά εσύ όλους αυτούς τους μάγκες

τους Μίτσους, τους Γιανκούληδες, τους Λάκηδες, τους Βάγκες

δώσε τον οβολό σου εσύ να έχουν γκομενίτσες

όλες αυτές τις Ούρσουλες τις Πιπινοπιπίτσες.

Να παίρνουνε τηλέφωνα και ώρες να μιλούνε

δώσε εσύ τον οβολό αυτοί για να γλεντούνε

να κάνουνε καλή ζωή, λεφτά, περιουσίες

κι εσένα να δουλεύουνε με τις ανοησίες.

Αχ, κοινωνία άδικη, εργατοκοινωνία,

που ΄σαι στην αμφισβήτηση και μες την αγωνία

αν θα’ χεις αύριο δουλειά, ψωμί να μη πεινάσεις

άμα θα βγεις στη σύνταξη και χρήμα θα χορτάσεις.

Πάντα θα πλήττεσαι εσύ, πάντα θα τυραννιέσαι

θα ιδρώνεις, θα πονάς πολύ και  θα σταυροκοπιέσαι

πάντα θα είσαι εσύ το θύμα το μεγάλο

σε σένα θα στηρίζονται κεφάλαια, δίχως άλλο.

Τσοκτουρίδου Παρθένα

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: